“Ο Χουάν”

Posted by katerina in General on April 2nd, 2012 |  No Comments »

 

«ΧΟΥΑΝ»

“Πόλη, σπίτι, γνωστοί άλλαζαν κάθε χρόνο. Τις πόλεις άλλαζαν συχνά με την δουλειά πούχε ο  πατέρας και όλα στη ζωή της άλλαζαν συνέχεια. Έτσι ζούσε η οικογένεια, από τότε που γεννήθηκε, και έτσι για κείνην το δεδομένο της ζωής ήταν η συνεχόμενη αλλαγή, άρα και δεδομένο πως έτσι ζουν κι όλοι οι άλλοι. Μόνο γονείς και αδελφή , ήταν οι ίδιοι πάντα. Ήταν το μόνο σταθερό σημείο σε συναισθήματα. σε τόπο και στην ασφάλεια της ζωής της και ευτυχώς καλά περνούσαν μεταξύ τους. Μα όταν άρχισε σχολείο, με έκπληξη μεγάλη ανακάλυψε, ότι μόνο εκείνοι ζούσαν έτσι. Όλοι γύρω της ήταν πάντα και μεγάλωναν στην ίδια πόλη. Είχαν πάντα το ίδιο σπίτι, την ίδια γειτονιά, τους ίδιους φίλους, το ίδιο σχολείο. Και ήταν τότε μόνο η πρώτη της φορά που άρχισε να νοιώθει τη διαφορά από τους γύρω της. Άρχισε να μαθαίνει την έννοια της εξαίρεσης.  Κι ήταν εκείνη η εξαίρεση, εκείνη και οι δικοί της. Και τότε ένοιωσε λύπη, αγωνία, μοναξιά μα και καμάρι. Τη Λύπη, γιατί θα ζούσε χωρισμούς συνέχεια από ανθρώπους που αγάπησε, από τα σπίτια κι από πόλεις που ένοιωσε δεμένη.  Την Αγωνία για χωρισμούς οριστικούς, που δεν μπορούσε να αποφύγει και για προσαρμογές σε κάθε νέο τόπο.Τη Μοναξιά, γιατί η μοναξιά είναι μεγάλη στην εξαίρεση. Και το Καμάρι, γιατί είναι γοητευτικό αλλοιώτικος να νοιώθεις. Ωστόσο, όποτε σπάνια έβρισκε κι άλλα παιδιά, που ζούσαν σαν κι εκείνους, το χαιρόταν, μα το χαιρόταν τόσο !!! Αυτές ήτανε μόνο οι στιγμές που ένοιωθε κομμάτι μιας ομάδας και ήταν τόσο σπάνιες οι στιγμές αυτές!
Ένα σημείο σταθερό επίσκεψης στην ίδια πόλη ήταν η Αθήνα. Εκεί πάντα πηγαίνανε για δουλειές των γονιών της, ή και για κάποιους συγγενείς, μα μελίγο χρόνο πάντα.
Ώσπου κάποια φορά πήγανε στην Αθήνα να δούνε ένα σπίτι που χτιζόταν. Και τότε έμαθε ότι αυτό θα είναι το σπίτι τους μια μέρα! Σε αυτό το σπίτι θάρθουνε να ζήσουν κάποτε, όταν θα αφήσει τη δουλειά του ο πατέρας. Τότε θα έχουνε κι εκείνοι ένα σπίτι, μία γειτονιά και μία πόλη, που δεν θα χρειάζεται να πούνε Αντίο, μα μήπως τότε θάναι πια πολύ μεγάλη?
Κάποτε αργότερα χτίστηκαν δύο δωμάτια, οπού μπορούσαν πια να μείνουν, στις σύντομες  στη πόλη επισκέψεις. Τα παιδιά που έμεναν εκεί στον δρόμο γύρω, απ’ το σπίτι αυτό. δεν τάξερε. Δεν άξιζε η προσπάθεια μιας μαζί τους γνωριμίας, γιατί έμεναν πάντα τόσο λίγο εκεί.
Και ένας από αυτούς ήταν ο Χουάν.  Ο Χουάν ήταν ήταν κι αυτός αλλοιώτικος, όπως εκείνη. Κάπου είχε ακούσει πως η μητέρα του ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας ξένος και πως ο Χουάν
ζούσε για κάποιο χρόνο στην Ελλάδα και γι΄άλλο τόσο στο Εκουαδόρ.  Ένοιωσε ένα δέος για τον Χουάν. Πρώτη φορά έβλεπε κάποιον που ήταν περισσότερο ακόμα διαφορετικός από εκείνην.  Να που υπήρχε κάποιος, σε τούτη τη μελλοντικά μόνιμη για κείνους γειτονιά, κάποιος που η ζωή του έμοιαζε αλλοιώτικη σαν την δική της.
Δεν είχε ιδέα που είναι το Εκουαδόρ. απλά κάπως κατάλαβε ότι ήταν κάπου μακριά πολύ κι ότι εκεί  μιλούσαν με άλλη γλώσσα.
Έτσι άρχισε να τον παρατηρεί κρυφά, όταν τον έβλεπε.  Ξεχώριζε στα μάτια της σαν κάτι εξωτικό, μα και συνάμα σαν οικείο. Κι όσο λαχταρούσε την παρέα του, άλλο τόσο μάταιο τόνοιωθε, σαν κάποιο ακόμα σύνδεσμο που θ’αγαπούσε και που θάχανε.

Έτσι μία μέρα, από τις λίγες που ήταν εκεί, έπαιζε μόνη της έξω απ’ την πόρτα της στα χώματα, (δεν είχαν κήπο ακόμα) κι ακούει κάποιον να τη ρωτάει:
Χ.«Ξέρεις να φτιάχνεις λουλούδια?»
Σηκώνει το κεφάλι της και βλέπει τον Χουάν. Η χαρά της ήταν τόση που τον κοίταζε χωρίς να απαντά.
Χ.«Ξέρεις να φτιάχνεις λουλούδια?» 
Κ.«….Όχι..» 
Χ.«Θέλεις να σου δείξω?»
Κ.«…Ναι, όμως δεν μπορώ να φύγω από το σπίτι, γιατί δεν με αφήνουν.»  «Δεν χρειάζεται να φύγεις από το σπίτι σου, μπορώ κι εδώ να σου το μάθω. Πάμε να ψάξουμε εδώ γύρω να βρούμε κάτι να φυτέψουμε».
Πήγανε γύρω από το σπίτι της και βρήκανε κάτι παπαρούνες. Ο Χουάν άρχισε τότε να σκάβει το χώμα γύρω-γύρω από μία παπαρούνα. Αφού έσκαψε αρκετά την έβγαλε με τη ρίζα. Της ζήτησε να σκάψει και να ανοίξει μία τρύπα στα χώματα. Μετά της έδωσε την παπαρούνα και της είπε να τη βάλει στην τρύπα. Όσο εκείνη κρατούσε την παπαρούνα αυτός έριχνε χώματα στη ρίζα της.
Χ.«Έτσι φτιάχνουν τα λουλούδια» της λέει, «είδες τι εύκολο που είναι?  Τώρα τι άλλο θα ήθελες να παίξουμε?»
Κ.«Δεν ξέρω, δεν έχω κανένα παιχνίδι σε αυτό το σπίτι, γιατί μένω αλλού.»
Χ.«Που μένεις?»
Κ.«Σε άλλη πόλη, δεν την ξέρεις. Θα φύγουμε πάλι σε λίγες μέρες»
Χ.«Και θάρθετε μετά πάλι εδώ?»
Κ.«Ναι, εδώ θα ξανάρθουμε κάποτε, γιατί αυτό μια μέρα θάν το σπίτι μας, αλλά θα έρχομαι πάντα για λίγο, μέχρι να μεγαλώσω.»
Χ.«Πόσο χρονών είσαι?»
Κ.«Εφτά.»
Χ.«Εγώ είμαι οκτώ, και εγώ δεν μένω πάντα εδώ, μένω και στο Εκουαδόρ. Εδώ είναι το σπίτι της μητέρας μου. Στο Εκουαδόρ είναι το σπίτι του πατέρα.»
Κ.«Είναι ωραία στο Εκουαδόρ?»
Χ.«Πάρα πολύ πιο όμορφα από εδώ.»
Κ.«Και μιλάνε άλλη γλώσσα εκεί.?”
Χ.”Ναι για σένα είναι άλλη γλώσσα, όμως για μένα είναι κι αυτή η γλώσσα δική μου.”
Κ.”Κι έχεις εκεί και φίλους οπού μπορείς να ξαναβρείς όταν πηγαίνεις?»
Χ.«Ναι έχω πολλούς φίλους εκεί, και περνάμε ωραία, μακάρι να μπορούσα να τους φέρω μαζί μου και εδώ, όταν έρχομαι.»
Κ.«Εδώ έχεις φίλους που ξαναβρίσκεις όταν γυρίζεις?»
Χ.«Εδώ έχω πολύ λίγους γιατί εδώ μένω λιγότερο.»
Κ.«Εγώ δεν μπορώ να έχω φίλους. Όποτε έχω, πάντα τους χάνω μετά, γιατί πρέπει να φύγω και δεν ξαναγυρνώ πίσω.»
Χ.«Ναι αλλά θα έρχεστε εδώ ξανά.»
Κ.«Ναι, εδώ είναι ένα σπίτι που θα είναι δικό μας.»
Χ.«Όποτε έρχεσαι, αν είμαι και εγώ εδώ, μπορούμε να παίζουμε παρέα.»
Κ.«Θα μου άρεσε πολύ να είμαστε φίλοι Χουάν.»
Χ.«Εγώ μπορώ να κάνω παντού φίλους, γιατί γυρνάω παντού, και μιλώ μ’ όλους. Δεν με πειράζει και πολύ αν χάσω κάποιους, γιατί εγώ ξέρω να βρω άλλους. Αν κάνεις και εσύ το ίδιο όταν χάνεις κάποιους φίλους, θα βρίσκεις πάντα καινούργιους, κι όλο θα μένουν πάντα κάποιοι απ’ τους παλιούς, όπως εμείς, που θα μπορούμε να ξαναβρεθούμε.  Και μου αρέσει ν’ αλλάζω τόπους. Βλέπεις και ακούς τόσα αλλοιώτικα! Δεν προλαβαίνεις ούτε εσύ να βαρεθείς, ούτε να σε βαριούνται οι άλλοι.  Πολλά παιδιά θέλουν να ακούν για όσα ξέρω εγώ κι εκείνα δεν μπορούν να μάθουν. Είναι και κάποια παιδιά που με φοβούνται, και πόσο μου φαίνεται αστείο!!!! Κι είναι πολλά που δεν τη θέλουν την παρέα μου, γιατί με βρίσκουν διαφορετικό, μια κι ο πατέρας μου είναι ξένος. Στο Εκουαδόρ δεν με φοβούνται και δεν με βρίσκουν διαφορετικό, παρ’ όλο που και γι’ αυτούς είναι μια ξένη η μάνα μου. Μαζί θα λέμε και πολλά, κάθε φορά που κάνουμε παρέα, γιατί και κι εσύ συχνά αλλάζεις τόπους. Μένουν μαζί οι δυό γονείς σου?»
Κ.«Ναι,… βέβαια, …μαζί είναι πάντα κι έχω και μία αδελφή πούναι πάντα μαζί μας. Είμαστε πάντα όλοι μαζί, όπου πάμε.»
Χ.«Εγώ δεν έχω αδέλφια και δεν τους έχω μαζί τους γονείς μου. Ζουν χωριστά.  Αλλά οι πόλεις όπου ζουν είναι πάντα οι ίδιες. Και έτσι δεν αλλάζω πολλές πόλεις. Μ’ αρέσει όμως να γυρνάω και να βλέπω όλα όσα έχουν αυτές οι δύο πόλεις.  Μπορώ να λείπω ώρες από το σπίτι μου, και να πηγαίνω όπου θέλω. Είμαι ελεύθερος και πάντα ανακαλύπτω πολλά καινούργια μέρη»
Κ.«Εγώ δεν είμαι ελεύθερη. Μόνο στο σχολείο με αφήνουν να πηγαίνω μόνη μου, όταν είναι κοντά. Μ’ αρέσει να ανακαλύπτω καινούργια μέρη, αλλά δεν ξέρω αν είμαι περίεργη.»
Χ.«Είμαι περίεργος να δω τι έχει πίσω από αυτή τη μάντρα. Πάμε να δούμε?»
Κ.«Δεν μπορούμε να μπούμε στο κήπο των άλλων ανθρώπων.»
Χ.«Γιατί?»
Κ.«Γιατί δεν είναι σωστό. Μόνο οι κλέφτες πηδάνε μάντρες και μπαίνουν σε ξένους κήπους. Θα μας περάσουν για κλέφτες.»
Χ.«Μα εμάς δεν μας νοιάζει το σπίτι πίσω απ’ τη μάντρα αλλά τα μέρη που μπορούμε να δούμε αν την περάσουμε. Δεν θα μείνουμε σε αυτό τον κήπο, θα πάμε πέρα από αυτόν, θα βγούμε σε κάποιο άλλο δρόμο, να δούμε και τι άλλο υπάρχει εκεί. Και δεν θα αργήσουμε. Λίγο να δούμε τι είναι εκεί  και θάρθουμε γρήγορα πίσω.»
Κ.”Μα εγώ δεν ξέρω πως να σκαρφαλώσω μάντρα. Ποτέ μου δεν το έχω ξανακάνει. Και τούτη είναι και ψηλή. Όχι, εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να την περάσω αυτή την μάντρα.”
Χ.«Α, είναι πολύ εύκολο, θα το σου δείξω εγώ. Όσο ψηλή και αν είναι μία μάντρα, εγώ μπορώ να την περάσω. Οι μάντρες μου ξυπνούν την περιέργεια, να δω τι κρύβεται από πίσω τους. Δεν μου αρέσουν να υπάρχουν, αλλά μ’ αρέσει να τις περνώ.  Να κοίτα τι πρέπει να κάνεις: θα σκαρφαλώσεις μέχρι εκεί, όπου βρεις το μέρος να στηριχτείς, και τότε δίνεις δύναμη ν’ ανέβεις για να φτάσεις στην κορφή.»
 Κ.«Εσύ μπορείς, εγώ δεν θα τα καταφέρω.»
Χ.«Αν το ξεχάσεις πως δεν θα τα καταφέρνεις, τότε ίσως θα μπορέσεις να ανεβείς. Έλα, προσπάθησε τουλάχιστον κι εγώ θα είμαι πίσω σου, αν πέσεις να κρατήσω.»
Ανέβηκε τη μάντρα, με βάρος πολλούς φόβους, για τη δραπέτευση από τους δικούς της, για το παράνομο της εισβολής και για τον κίνδυνο να πέσει. Μα ο Χουάν ξύπνησε μέσα της μια δύναμη αποκοτιάς, πούχε ξεχάσει πως την είχε κι έδωσε το καλύτερό της και έφτασε στην κορφή. Εκεί τα ξέχασε όλα.  Πόσο περίφανη ένοιωθε που τα κατάφερε!!! Κι εκεί ένοιωσε ελεύθερη. Εκεί είναι που γεύτηκε την ευτυχία.
Χ.”¨Βλέπεις που το φοβόσουνα? Δεν είναι εν τέλει εύκολο? Δεν όμορφα εκεί πάνω? Μην με κοιτάς εμένα, κοίτα γύρω σου πάνω ψηλά, κοίτα τον κόσμο από ψηλά τι όμορφα που είναι!!!”
Γρήγορα και άνετα δίπλα ανέβηκε κι ο Χουάν. Ήτανε μαζί στην κορυφή της μάντρας και βλέπανε την πίσω γειτονιά από ψηλά, χωρίς καθόλου να μιλάνε. Της άρεσε τόσο κι αυτό. Δεν ήθελε την ώρα εκείνη να μιλά ούτε να ακούει κάποιον εκείνες τις στιγμές. Την κορυφή του κόσμου που ανακάλυψε, ήθελε μέχρι το μεδούλι της να νοιώσει.
Και όταν τη μιλιά της ξαναβρήκε, ο Χουάν της έμαθε και πως να κατεβαίνει μία μάντρα. Και μετά φύγανε γρήγορα, τρέχοντας από τον ξένο κήπο, και βγήκανε στον από πίσω δρόμο. Δεν είχε δει ποτέ αυτό το δρόμο. Δεν ήτανε στ’ αλήθεια όμορφος, το καταλάβαινε, μα εκείνης της φαινότανε υπέροχα εξωτικός.
Ένοιωθε σαν να πήγε σε μία άλλη ξένη χώρα. Ένοιωθε ελεύθερη.  Στο δρόμο τρέχανε, χοροπηδούσανε, και ο Χουάν ανέβαινε κατέβαινε τα κάγκελα πολλών σπιτιών σαν ακροβάτης.
Ζούσαν μαζί την περιπέτεια. Γελούσαν, χαμογέλαγαν μα δεν μιλούσαν πια. Κάποια στιγμή κουράστηκε και κάθισε για λίγο σ’ ένα κομμένο δέντρο και δίπλα κάθησε κι ο Χουάν.
Χ.«Ωραία δεν περνάμε?»
Κ.«Ω, ναι είναι καταπληκτικά!» 
Την παίρνει από τα χέρια, την σηκώνει, και με τα χέρια τεντωμένα κι ενωμένα, να τη γυρνάει αρχίζει γύρω-γύρω, σ’ ένα χορό που φτιάχνανε οι δυό τους, κι ένα τραγούδι από το Εκουαδόρ να τραγουδάει. Μετά συνεχίσανε να τρέχουνε και να χοροπηδάνε, ώσπου να φτάσουνε πίσω στο σπίτι που θα ξαναπερνούσανε την μάντρα.
Με μια ευκολία χωρίς φόβους και βοήθεια, ν’ ανέβει μπόρεσε και να κατέβει την πίσω μάντρα του σπιτιού της.  Ο Χουάν της είπε πως την άλλη μέρα θα περάσει, με κόμικς που θα φέρει να χαζέψουν, κι έτσι να παίξουν μαζί μέσα στο σπίτι της, μια και δεν την αφήνουν εύκολα να βγει να παίξει έξω. Της χαμογέλασε και έφυγε χοροπηδώντας.
Μα μόλις έφτασε μπροστά στη πόρτα του σπιτιού της, βλέπει να στέκει ο πατέρας της σε έξαλλη κατάσταση:
Π.«ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ?» 
Πάγωσε. Μετά βίας ξεστόμισε:
Κ.«Έπαιζα»
Π.«Που έπαιζες? Έψαξα παντού. Δεν ήσουν πουθενά εδώ γύρω. Σε έψαχνα στο δρόμο μας. Δεν σε έβρισκα πουθενά, λείπει η μαμά σου, λείπουν όλοι, κι εγώ δεν ήξερα βοήθεια που να    πάω να ζητήσω. Δυό ώρες λείπεις. Που ήσουν?»
Πρώτη φορά έβλεπε τον πατέρα της να τη κοιτάει έτσι. Το γλυκό του το βλέμμα, η αγάπη στα μάτια του δεν υπήρχαν πουθενά. Η αγωνία τον είχε θολώσει. Ήταν ολόκληρος ένας ΘΥΜΟΣ. Ένας θυμός που δεν τον είχε ξαναδεί, γιατί ποτέ ως τότε δεν την μάλωσε, γιατί ποτέ δεν θύμωνε μαζί της. Μα Γιατί έπρεπε να γίνει Τώρα? Τώρα που ήταν τόσο Ευτυχισμένη???
Κ.«Ήρθε ο Χουάν, ένας γείτονας, να παίξουμε, και πήγαμε μία βόλτα στο πίσω δρόμο.»
Π.«Και γιατί δεν ήρθες να με ρωτήσεις αν μπορείς να πας μία βόλτα, η να μου πεις  που θα είσαι, να μην ανησυχώ? ΠΟΤΕ μην φύγεις πια από το σπίτι, μόνη. ΠΟΤΕ τ’ ακούς?”
   Μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό. Ξέρεις ότι δεν πρέπει να βγαίνεις μόνη σου στο δρόμο.»
Κ.«Μα δεν ήμουν μόνη, ήμουν με τον Χουάν.»

Π.«Τον Χουάν να μην τον ξαναδεις.»
Κ.«Μα θάρθει αύριο να διαβάσουμε μαζί, εδώ μέσα στο σπίτι μας.»
Π.«Αυτόν δεν θα τον ξανακάνεις παρέα.»
Και τότε ξαφνικά άρχισε να θολώνει ολόκληρη η εικόνα του πατέρα της στα μάτια της. Άρχισε να τον βλέπει μέσα σε χρώματα, που όλο άλλαζαν, και όλο πιο σκούρα φαινόταν. Εκείνος της μιλούσε ακόμα θυμωμένος, μα εκείνη δεν τον άκουγε καθόλου πια, το προσπαθούσε, μα δεν μπορούσε η φωνή του να τη φτάσει. Ώσπου τον έχασε τελείως και έμεινε μόνη στο σκοτάδι, και μετά δεν υπήρχε πια καθόλου πουθενά ούτε ο πατέρας ούτε εκείνη.

Κι όταν κάποια στιγμή ξανάρχισε να υπάρχει, θυμήθηκε τη θυμωμένη εικόνα του και μετά βίας άνοιξε τα μάτια της, γιατί δεν ήθελε ποτέ πια να την ξαναδεί. Όμως αντί για αυτό, βλέπει πως ήταν μεσ’ την αγκαλιά του, και πως εκείνος, με το γλυκό, γεμάτο αγάπη βλέμμα του, την κοιτούσε πάνω από το πρόσωπό της, της φίλαγε το μέτωπο, της έλεγε πόσο την αγαπά και πόσο το λυπάται αν την τάραξε, και πως τώρα αισθάνεται, και τι ακριβώς νοιώθει?
Κ.«Εγώ ήμουνα όρθια αλλού, πως βρέθηκα εδώ τώρα?» του λέει.
Π.«Λιποθύμησες κόρη μου, μάλλον γιατί σε μάλωσα. Σε στενοχώρησα παιδί μου, μα μ’ είχε απελπίσει η αγωνία. Πες μου πως νοιώθεις τώρα?»
«Νοιώθω πολύ καλά μπαμπά. Ναι, μην στενοχωριέσαι, είμαι καλά.»
«Θέλεις να σε ξαπλώσω να κοιμηθείς? Θέλεις πάμε βόλτα? Θέλεις να πάμε σινεμά, να δούμε έργο αστείο, να γελάσουμε?»
«Θέλω να πάμε σινεμά.»
«Ωραία. Πολύ ωραία. Άλλαξε ρούχα και φύγαμε.»
«Μπαμπά, τώρα που σου έφυγε ο θυμός, μπορεί να έρθει ο Χουάν αύριο να διαβάσουμε?»
«Όχι παιδί μου. Ο Χουάν δεν θα ξανάρθει σε αυτό το σπίτι. Δεν θέλω να του ξανακάνεις ποτέ ξανά παρέα.»

Την άλλη μέρα που ‘ρθε ο Χουάν με τα περιοδικά, του ‘παν ευγενικά ότι εκείνη λείπει και ότι σε λίγες μέρες θα φύγουνε όλοι από εκεί. Έστειλαν χαιρετίσματα και στη μητέρα του, που ήταν μία πολύ γλυκιά γυναίκα, όπως άκουγε πάντα να λένε οι δικοί της. Εκείνη έμεινε στο σπίτι μέσα, κι έβγαινε έξω μόνο με τους γονείς της, ωσότου ήρθε η μέρα να φύγουνε ξανά.
Και ο πατέρας της δεν θύμωσε ποτέ ξανά μαζί της.
Κι εκείνη σε κανένανε δεν έδειξε τη παπαρούνα που φυτέψανε.
Και δεν ανέβηκε ποτέ ξανά πια μάντρα στη ζωή της.
Τον Χουάν δεν τον ξανάδε ποτέ πια.”

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΡΟΛΛΙΟΥ www.grollioartstore.com